3 Δεκεμβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες

Κάθε άνθρωπος είναι φτιαγμένος -από τη φύση του- να κοιτά ψηλά, να οραματίζεται και να προσπαθεί ν’ αγγίξει το όνειρο του. Για να το πετύχει, όμως, χρειάζεται φτερά που θα τον βοηθήσουν να φτάσει γρηγορότερα και ευκολότερα. Τα φτερά είναι οι ικανότητες του καθενός. Κάποιοι, όμως, έχουν μικρότερα φτερά και νιώθουν διαφορετικοί. Παρ’ όλ’ αυτά, μπορούν κι εκείνοι ν’ ανέβουν ψηλά – απλώς χρειάζονται δίπλα τους κάποιους για να τους μάθουν τον τρόπο ν’ ανοίγουν τα φτερά τους και να πετούν όλο και πιο ψηλά. Τα άτομα με ειδικές ανάγκες έχουν τα δικά τους μοναδικά και ιδιαίτερα φτερά. Το πέταγμά τους γίνεται ομορφότερο όταν οι άλλοι τους χαϊδεύουν απαλά τα φτερά και πετούν μαζί τους. (Θεοδοσία Καραγιάννη – Ο Τρυφερούλης Μικροφτερούλης)

Η Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία (Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες) καθιερώθηκε να εορτάζεται στις 3 Δεκεμβρίου από το 1992, επειδή εκείνη την ημέρα η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε το Πρόγραμμα δράσης για τα ΑΜΕΑ. Η Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες δίνει την ευκαιρία στις κυβερνήσεις, στους οργανισμούς και στις κοινωνίες να εστιάσουν την προσοχή τους στα δικαιώματα και τις δυνατότητες των ανθρώπων με αναπηρία.

 7-10% του παγκόσμιου πληθυσμού πάσχει από μια αναπηρία, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν περισσότεροι από 500 εκατομμύρια άνθρωποι με ειδικές ανάγκες. Το 80% κατ’ εκτίμηση ζει σε αναπτυσσόμενες χώρες.

Οι εποχές που οι κοινωνίες απέρριπταν τα άτομα με αναπηρίες και υιοθετούσαν τις πιο απάνθρωπες συμπεριφορές απέναντί τους έχουν βέβαια παρέλθει.  Τώρα πλέον έχει γίνει ευρύτατα αποδεκτό από όλους (διεθνείς οργανισμούς, κυβερνήσεις, κοινωνικούς φορείς κ.ά.) ότι τα άτομα αυτά έχουν ίσα δικαιώματα και ίδιες υποχρεώσεις (όταν μπορούν να τις εκπληρώσουν) με όλους τους άλλους και ο βαθμός που διασφαλίζεται αυτή η θεμελιώδης αρχή, δείχνει και το πολιτιστικό επίπεδο που βρίσκεται κάθε χώρα.  Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ) είναι αδιαπραγμάτευτο συνταγματικό δικαίωμα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας.

 Το φως που σβήνει 

«Το φως που σβήνει» είναι μια σύγχρονη δραματική ταινία που εστιάζεται στη βαθιά φιλική σχέση μεταξύ ενός φαροφύλακα και ενός παιδιού με προβλήματα όρασης, το οποίο όμως διαθέτει ένα εκπληκτικό ταλέντο στη μουσική. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από τη συνέντευξη ενός μικρού μουσικού με πρόβλημα όρασης, όταν κέρδισε μουσικό βραβείο «Θα βλέπω μέσα από τη μουσική». Ο μικρός Βλαδίμηρος Γολοσίνσκι πριν επιλεχθεί να πρωταγωνιστήσει στην ταινία, ήταν πλανόδιος μουσικός και έπαιζε βιολί με τη μητέρα του σε ταβέρνες.

Η ταινία διαδραματίζεται στη Χάλκη, όπου ένας δωδεκάχρονος ζει με τη χωρισμένη μητέρα του. Ο μικρός χάνει την όρασή του, από μία σπάνια αρρώστια, αλλά αναπτύσσει μια ιδιαίτερη ακουστική ευαισθησία ικανή να ξεδιπλώσει το ταλέντο του στη μουσική. Στο πρόσωπο του γέρου φαροφύλακα του νησιού βρίσκει κατανόηση και δημιουργείται μια βαθιά φιλική σχέση μεταξύ τους. Ο φαροφύλακας, αυτοδίδακτος μουσικός ο ίδιος, αντιλαμβάνεται το ταλέντο του μικρού και τον καθοδηγεί ως «πνευματικός δάσκαλος». Η μητέρα του αγοριού που είναι αντιμέτωπη με τη δύσκολη καθημερινότητα ενοχλείται από αυτήν την σχέση. Ωστόσο, ο ερχομός στο νησί μιας νέας δασκάλας θα αλλάξει το σκηνικό. Δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τις ικανότητες του μικρού ήρωα και με δική της πρωτοβουλία ο μικρός λαμβάνει μέρος σε ένα μουσικό διαγωνισμό που διοργανώνεται στην Αθήνα